Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

match rifling


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο rifling παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: match
Σε αυτή τη σελίδα: rifling, rifle

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
rifling n (gun: act of grooving barrel) (διαδικασία)αυλάκωση ουσ θηλ
  δημιουργία αυλακώσεων φρ ως ουσ θηλ
rifling n (grooves cut this way)αυλάκωση ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
rifling n (act of ransacking)λεηλασία ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
rifle n (long-barrelled gun)τουφέκι ουσ ουδ
  (παλαιό)τυφέκιο ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη)ντουφέκι ουσ ουδ
 Ned always carries a rifle in the back of his pickup.
 Ο Νεντ έχει πάντα ένα τουφέκι στο πίσω μέρος του αγροτικού του.
rifle in [sth] vi + prep (rummage around)ψαχουλεύω ρ μ
  ψάχνω μέσα σε κτ περίφρ
 Sally was rifling in her bag, looking for her keys.
 Η Σάλι ψαχούλευε την τσάντα της ψάχνοντας τα κλειδιά της.
rifle through [sth] vi + prep (rummage in)ψάχνω μέσα σε κτ περίφρ
  ψάχνω ρ μ
  (για να βρω κτ)ανακατεύω ρ μ
 I rifled through my papers but couldn't find the document my boss wanted.
 Έψαξα τα χαρτιά μου αλλά δεν κατόρθωσα να βρω το έγγραφο που ήθελε το αφεντικό μου.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
rifle [sth] vtr (cut spiral grooves in)αυλακώνω ρ μ
  δημιουργώ αυλακιές, δημιουργώ χαρακιές περίφρ
 Larry was rifling the barrel of his gun.
rifle [sth] vtr (ball: throw fast)εκσφενδονίζω ρ μ
  εκτινάσσω ρ μ
 The player rifled the ball towards his team mate.
rifle [sth] vtr (ransack)ψαχουλεύω ρ μ
 The burglar rifled the drawers to see if any money was hidden underneath the clothes.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
rifle | rifling
ΑγγλικάΕλληνικά
rifle around vi phrasal (rummage)ψάχνω στα γρήγορα έκφρ
  ψαχουλεύω ρ μ
rifle around in [sth] vi phrasal + prep (rummage in)ψάχνω στα γρήγορα σε κτ έκφρ
  ψαχουλεύω ρ μ
 John rifled around in the glove compartment for some spare change.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
rifle | rifling
ΑγγλικάΕλληνικά
air rifle n (pneumatic gun) (όπλο)αεροβόλο ουσ ουδ
 You could shoot your eye out with that air rifle if you're not careful.
assault rifle n (automatic machine gun) (όπλο)αυτόματο τουφέκι επίθ + ουσ ουδ
 I really don't believe that you bought that assault rifle to go deer hunting.
automatic rifle n (self-loading gun)αυτόματο όπλο, επαναληπτικό όπλο ουσ ουδ
hunting rifle n (shotgun used to kill game)κυνηγετική καραμπίνα επίθ + ουσ θηλ
rifle shot n (sound of shotgun fire)πυροβολισμός όπλου ουσ αρσ
 The rifle shot echoed through the valley.
rifle shot n (bullet from shotgun)σφαίρα όπλου ουσ θηλ
 They scoured the murder scene for discarded rifle shot to identify the make of the weapon.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση match rifling στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «match rifling».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!